«Ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό»: Η διανοητικοποίηση ως μηχανισμός άμυνας στην περίπτωση Νίτσε
Σκέψεις για τον χαμένο κόσμο των συναισθημάτων και κάτι για την «απώθηση» που με συγκλόνισε 🫨
«Υπάρχουν πολλοί μηχανισμοί άμυνας όσον αφορά τα αισθήματα εγκατάλειψης της πρώτης παιδικής ηλικίας», γράφει η Άλις Μίλερ στο κεφάλαιο Ο χαμένος κόσμος των συναισθημάτων του βιβλίου Οι Φυλακές της Παιδικής μας Ηλικίας. «Πέρα από την απλή άρνηση, συχνά παρατηρούμε μια εξαντλητική πάλη ικανοποίησης των παλαιών, απωθημένων, και τώρα πιο συχνά διαστρεβλωμένων αναγκών, με τη βοήθεια διαφόρων συμβόλων (τοξικομανία, σεξουαλικές διαστροφές, ομαδοποιήσεις διαφόρων ειδών, κάθε είδους αιρέσεις)».
Και συνεχίζει: «Πολύ συχνά επίσης συναντάμε τη διανοητικοποίηση, η οποία αποτελεί έναν μηχανισμό άμυνας με εξαιρετική ισχύ. Η διανοητικοποίηση, όμως, μπορεί να έχει καταστροφικά αποτελέσματα όταν η νόηση αγνοεί τα ζωτικά μηνύματα του σώματος», παρατηρεί η συγγραφέας και ψυχαναλύτρια σχετικά με την ασθένεια του Φρ. Νίτσε στα βιβλία της με τίτλους: The Untouched Key (1990) και Breaking Down the Wall of Silence (1991). Σύμφωνα με την ίδια, όλοι αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί συνοδεύονται από την απώθηση της αρχικής κατάστασης και των συναισθημάτων που προκάλεσε.
Γράφει στη συνέχεια:
Η προσαρμογή στις ανάγκες των γονέων συχνά (αλλά όχι πάντα) οδηγεί σε μία «επίπλαστη προσωπικότητα» ή σε κάτι που ονομάζουμε ψευδή εαυτό. Το άτομο αναπτύσσεται με τέτοιον τρόπο που αποκαλύπτει μόνο όσα οι άλλοι περιμένουν από αυτό και ταυτίζεται τόσο πολύ με αυτά που αποκαλύπτει που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πως πολύ περισσότερα κρύβονται πίσω από αυτόν τον ψευδή εαυτό. Δεν μπορεί δηλαδή να αναπτύξει και να διαφοροποιήσει τον αληθινό του εαυτό γιατί δεν μπορεί να ζήσει με αυτόν. Είναι αναμενόμενο, λοιπόν, ότι ένα τέτοιο άτομο θα παραπονιέται για αισθήματα κενού, ματαιότητας ή για το ότι «δεν ανήκει πουθενά», αφού μέσα του υπάρχει όντως κενό. Η αλήθεια είναι ότι βίωσε μια διαδικασία αδειάσματος, σταδιακής αποστέρησης και αποδυνάμωσης των δυνατοτήτων του. Η ακεραιότητα του παιδιού τραυματίστηκε όταν αποκόπηκε από όλα όσα ήταν ζωντανά και αυθόρμητα μέσα του.
Μιλούσε για τον πόνο και την υπέρβασή του χωρίς να τον βιώνει πραγματικά (?)

Στα βιβλία της The Untouchable Key (1990) και Breaking Down the Wall of Silence (1991), η Άλις Mίλερ εξετάζει τη συγκεκριμένη δυναμική μέσα από την περίπτωση του Φρίντριχ Νίτσε, του φιλοσόφου που γκρέμισε τα πάντα με το «σφυρί».
Ο Νίτσε, σύμφωνα με τη Μίλερ, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρώπου που ανέπτυξε τη σκέψη και τη διανοητική υπεροχή ως αμυντικό μηχανισμό απέναντι σε πρώιμες εμπειρίες συναισθηματικής στέρησης (The Untouchable Key). Όταν το παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου η έκφραση φόβου, θυμού ή λύπης «απαγορεύεται», η άμεση επαφή με τα συναισθήματα γίνεται αβάσταχτη. Η διανοητικοποίηση, λοιπόν, εμφανίζεται ως τρόπος απομάκρυνσης από αυτό το άγχος: η σκέψη, η παρατήρηση και η ανάλυση γίνονται «καταφύγιο», επιτρέποντας στο άτομο να διατηρεί τον έλεγχο, χωρίς να έρχεται σε άμεση επαφή με το τραύμα (Breaking Down the Wall of Silence).
Η διανοητικοποίηση, όπως την περιγράφει η Μίλερ, δεν αποτελεί απλώς αγάπη για τη γνώση ή τη φιλοσοφική αναζήτηση. Είναι ένας μηχανισμός που επιτρέπει στο άτομο να μιλά για τον πόνο χωρίς να τον βιώνει πραγματικά. Το συναίσθημα αποσυνδέεται από το σώμα και η εμπειρία αντικαθίσταται από έννοιες και λογικές αναλύσεις.
Η σκέψη γίνεται καταφύγιο παρέχοντας ασφάλεια απέναντι στον πόνο, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί απόσταση από τον ίδιο τον ψυχισμό.
Κεντρικό στοιχείο στη θεωρία της Μίλερ είναι ότι οι αμυντικοί μηχανισμοί συνοδεύονται από απώθηση όχι μόνο των συναισθημάτων αλλά και της αρχικής κατάστασης που τα προκάλεσε. Το άτομο χάνει πρόσβαση στη μνήμη του τραύματος και παραμένει μόνο με την αμυντική δομή που ανέπτυξε για να το αντιμετωπίσει. Στην περίπτωση του Νίτσε, η δυσπιστία απέναντι στο συναίσθημα, η εξύμνηση της αντοχής και η φιλοσοφική «ιδεολογικοποίηση» της υπέρβασης του πόνου1 (στον «υπεράνθρωπο», στο «Λυκόφως των Ειδώλων» και αλλού) δεν είναι απλώς επιλογές ή θεωρητικά αξιώματα. Αποτελούν, σύμφωνα με την συγγραφέα, μετασχηματισμένη άμυνα, μία προσπάθεια να ζήσει χωρίς να έρθει σε άμεση επαφή με τον πόνο που υπέστη και με τις ανικανοποίητες ανάγκες των πρώτων χρόνων (The Untouchable Key).
Από τη σχολή πολέμου της ζωής. - ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό («Λυκόφως των Ειδώλων»)
Η Μίλερ επισημαίνει επίσης ότι, όταν η διανοητικοποίηση γίνεται θεμελιώδης για την ταυτότητα ενός ατόμου, η επαφή με τα συναισήματα και η «ενσωμάτωση2 του παρελθόντος» καθίσταται σχεδόν αδύνατη. Η άμυνα προστατεύει από την κατάρρευση, αλλά ταυτόχρονα απομακρύνει το άτομο από τον αληθινό του εαυτό, από τα αυθεντικά συναισθήματα και την αληθινή εμπειρία της ζωής (Breaking Down the Wall of Silence). Η εξαιρετική διαύγεια και η μεγαλοφυΐα του Νίτσε συνυπάρχουν με μια ψυχική κούραση και αποσύνδεση από το συναίσθημα, καθώς αποτελούν δύο όψεις της ίδιας αμυντικής δομής: μιας δομής που κάποτε υπήρξε αναγκαία για επιβίωση, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει την ανάγκη για επαφή με τον αρχικό πόνο (The Untouchable Key).
Υπάρχει ένας αφορισμός στο Λυκόφως των Ειδώλων που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν ο Νίτσε, ακόμα και άθελά του, αυτο-αναλύεται:
Η άγρια φύση του καθενός είναι εκείνη που τον βοηθάει καλύτερα να αναρρώσει από την αντιφύση του, από την πνευματικότητά του…
Something that blows my mind 🫨 : Τα παιδιά μπορούν να βιώσουν τα συναισθήματά τους μόνο όταν υπάρχει κάποιος γύρω τους να τα επικυρώσει (?)
«Με βάση την εμπειρία μου πιστεύω ότι οι αιτίες μιας συναισθηματικής διαταραχής εντοπίζονται στην αρχική προσαρμογή του νηπίου», γράφει η Μίλερ σε άλλο σημείο του κεφαλαίου Ο χαμένος κόσμος των συναισθημάτων και συνεχίζει: «Η ανάγκη του παιδιού να το σέβονται, να αντιδρούν απέναντί του με τον κατάλληλο τρόπο, να το κατανοούν, να το συμπαθούν και να το καθρεφτίζουν3, χρειάστηκε να απωθηθεί με πολλές σοβαρές συνέπειες.
Μια από αυτές τις συνέπειες είναι η ανικανότητα του ατόμου να βιώσει συνειδητά κάποια συναισθήματα (για παράδειγμα, τη ζήλια, το φθόνο, το θυμό, τη μοναξιά, την ανημπορία ή το άγχος), είτε ως παιδί είτε αργότερα ως ενήλικας. Αυτό είναι ακόμα πιο τραγικό αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για ανθρώπους που είναι γεμάτοι ζωντάνια και που μπορούν συχνά να νιώσουν βαθιά συναισθήματα. Το γεγονός αυτό γίνεται πιο εμφανές όταν οι άνθρωποι αυτοί περιγράφουν εμπειρίες από την παιδική τους ηλικία, από τις οποίες λείπουν παντελώς ο πόνος και ο φόβος. Κατάφερναν, για παράδειγμα, να απολαμβάνουν τις βόλτες στην εξοχή χωρίς να πληγώνουν τη μητέρα τους ή να την κάνουν να νιώθει ανασφαλής, χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο την ισορροπία της.
«Είναι αξιοσημείωτο» γράφει η Μίλερ «το πώς αυτά τα προσεκτικά, ζωντανά και ευαίσθητα παιδιά, μπορούν πχ να θυμηθούν ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο ανακάλυψαν το φως του ηλίου στο λαμπερό γρασίδι όταν ήταν 4 ετών, στα 8 τους ήταν ανίκανα να «προσέξουν οτιδήποτε» ή να δείξουν οποιαδήποτε περιέργεια για την έγκυο μητέρα τους ή πώς δεν ζήλεψαν «καθόλου» όταν γεννήθηκε ο αδελφός ή η αδελφή τους. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πώς ένα τέτοιο παιδί όταν ήταν μόλις 2 ετών, μπόρεσε να μείνει «ολομόναχο» και «συμπεριφέρθηκε καλά» όταν οι στρατιώτες εισέβαλαν στο σπίτι του και το έψαξαν και πώς άντεξε την τρομακτική εισβολή «ήσυχα και χωρίς να κλάψει καθόλου».
Και παρακάτω είναι το σημείο που πραγματικά με συγκλόνισε την πρώτη φορά και εξακολουθεί να με σοκάρει/αναστατώνει κάθε φορά που επιστρέφω, πρώτον γιατί έχει μια καθολικότητα που μας αφορά όλους ανεξαιρέτως και, δεύτερον, γιατί αφορά ακριβώς αυτό, δηλαδή την ουσία αλλά και το πώς λειτουργεί η «απώθηση» των συναισθημάτων όσο είμαστε παιδιά.
Γράφει, λοιπόν, η Μίλερ:
«Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν αναπτύξει την τέχνη του να μη βιώνουν συναισθήματα, γιατί ένα παιδί μπορεί να βιώσει τα συναισθήματά του μόνο όταν υπάρχει κάποιος γύρω του που το αποδέχεται πλήρως, το καταλαβαίνει και το στηρίζει. Αν ένα τέτοιο άτομο δεν υπάρχει και αν το παιδί διακινδυνεύει να χάσει την αγάπη της μητέρας του ή την αγάπη του ατόμου που την υποκαθιστά προκειμένου να αφεθεί στα συναισθήματά του, τότε θα τα απωθήσει. Δεν είναι σε θέση ούτε καν να τα βιώσει κρυφά, «μόνο για τον εαυτό του». Δεν θα τα βιώσει καθόλου. Παρόλα αυτά, τα συναισθήματα θα παραμείνουν στο σώμα του παιδιού, στα κύτταρά του, θα αποθηκευτούν σαν πληροφορίες, οι οποίες αργότερα μπορεί να ενεργοποιηθούν από κάποιο γεγονός».
Συναισθηματική απώθηση και κρίσεις πανικού: συνδέονται;
Μα δεν είναι τρελό; Αυτό που αναρωτιέμαι είναι εάν αυτή η «απώθηση», δηλαδή η «αποθήκευση» της πληροφορίας στο σώμα που, όπως υποστηρίζει η Μίλερ, μπορεί να ενεργοποιηθεί σε ανύποπτο χρόνο στο μέλλον, μπορεί να συνδέεται με κάποιο τρόπο με τις κρίσεις άγχους ή πανικού στην ενήλικη ζωή του ατόμου (?). Μπορεί δηλαδή το απωθημένο συναίσθημα να επιστρέφει ως πανικός ή να γίνεται «υπόστρωμα» πάνω στο οποίο δομείται μια νεύρωση; Όποιος γνωρίζει περισσότερα επειδή είναι στον κλάδο ή τον ενδιαφέρουν έστω και θεωρητικά αυτά που γράφω ας μου στείλει μήνυμα.
Σύμφωνα πάντως με την Άλις Μίλερ, στη μετέπειτα ζωή τους αυτοί οι άνθρωποι θα αντιμετωπίσουν καταστάσεις, οι οποίες μπορεί να αφυπνίσουν αυτά τα υποτυπώδη συναισθήματα, αλλά δεν θα είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν πώς αυτά τα συναισθήματα συνδέονται με την αρχική αιτία τους. Η σύνδεση αυτή θα αποκρυπτογραφηθεί μόνο όταν βιώσουν έντονα συναισθήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους και τα συνδέσουν επιτυχώς με αυτή την αρχική κατάσταση, πράγμα στο οποίο, όπως αναφέρει η ψυχαναλύτρια, στηρίζονται οι νέες ανιχνευτικές θεραπευτικές μέθοδοι, παρέχοντας στους επαγγελματίες ψυχικής υγείας πρόσθετα οφέλη.
Ένα (δικό μου) σχόλιο για την απώθηση και αποθήκευση του συναισθήματος ως «πληροφορίας» στο σώμα: Είναι ίσως ο μοναδικός λόγος (?) που έχει νόημα να κάνει κανείς ψυχοθεραπεία, ψυχανάλυση ή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Δεν κολλάω στις διαφορές των όρων, ούτε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα τι λέει η συστημική, η συμπεριφορική ή η ανθρωποκεντρική προσέγγιση για το κάθε ζήτημα. Όποιος κατάλαβε κατάλαβε και όποιος θέλει να καταλάβει γιατί νιώθει όπως νιώθει, βουτάει, κολυμπάει και ψάχνει, ψάχνει τρόπους για να σταματήσει να τυραννιέται και να τυραννάει και τους γύρω του.
Δύο πράγματα για τέλος:
Γιατί δεν πιανόμαστε χέρι-χέρι να μιλήσουμε για αυτά που μας πλήγωσαν αλλά προτιμάμε να κάνουμε «μπούλινγκ» (με ή χωρίς εισαγωγικά) ο ένας στον άλλον; 🙃
Αν ο Νίτσε έκανε ψυχανάλυση ίσως να μην ήταν ένας τόσο πληγωμένος και πικρόχολος μισογύνης (?).
Στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» ο πόνος δεν αναγνωρίζεται ως κάτι που ζητά φροντίδα ή ανακούφιση, αλλά ως κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί, να μετασχηματιστεί σε δύναμη, σε θέληση, σε δημιουργία. Η ιδεολογικοποίηση του πόνου εμφανίζεται και στη «λατρεία» της σκληρότητας σε άλλα έργα του Νίτσε (βλ. «Από τη σχολή πολέμου της ζωής. - ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό» -αφορισμός 8 στο «Λυκόφως των Ειδώλων», εκδόσεις Εξάντας). Όλα αυτά, στη ματιά της Μίλερ, λειτουργούν σαν μια μεταφυσική επεξεργασία του πόνου, η οποία κρατά το συναίσθημα μακριά από το σώμα.
Η έννοια της «ενσωμάτωσης του παρελθόντος» στη ψυχοθεραπεία και στη θεωρία της Άλις Μίλερ αναφέρεται στην ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίζει, να βιώνει και να επεξεργάζεται τις παρελθοντικές του εμπειρίες, κυρίως τραυματικές ή απωθημένες, χωρίς να τις αρνείται ή να τις αγνοεί, ώστε αυτές να εντάσσονται στην ψυχική του ζωή με υγιή τρόπο.
Mirroring («καθρέφτισμα»): όρος της ψυχολογίας του εαυτού, τις αρχές της οποίας διαμόρφωσε πρώτος ο Kohut (1923-1981). Ο όρος σημαίνει την έμφυτη ανάγκη του ατόμου να νιώθει ξεχωριστό και ιδιαίτερο και αυτό να αντανακλάται στις αντιδράσεις και στις στάσεις των άλλων απέναντί του. Η θεωρία του Kohut αναφέρεται κυρίως στα προβλήματα που προέρχονται από πλήγματα που δέχεται ο υγιής ναρκισσισμός του παιδιού.




